ΝΕΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΟΝΙΑ ΑΥΘΟΡΜΗΤΗ ΚΝΙΔΩΣΗ


ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΥΓΕΙΑΣ
06/10/2017

Ανακοινώθηκαν νέα δεδομένα, τα οποία καταδεικνύουν ότι ποσοστό σχεδόν 90% των ασθενών με χρόνια αυθόρμητη κνίδωση (ΧΑΚ) που είχαν ανταποκριθεί ικανοποιητικά στην αρχική θεραπεία με την ομαλιζουμάμπη, μετά από διακοπή της θεραπείας, επανέκτησαν τον έλεγχο των συμπτωμάτων της νόσου σε διάστημα 12 εβδομάδων επαναθεραπείας με ομαλιζουμάμπη, βάσει του κριτηρίου της Εβδομαδιαίας Βαθμολογίας Ενεργότητας της Κνίδωσης (UAS7) (UAS7≤6)2. Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο 26ο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Δερματολογίας και Αφροδισιολογίας που πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας.

Η ΧΑΚ είναι μία δυσάρεστη δερματική πάθηση που εμφανίζεται αυθόρμητα και προκαλεί επίμονους πομφούς και/ή επώδυνο βαθύτερο οίδημα του δέρματος για 6 εβδομάδες ή περισσότερο Σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπεία της νόσου, ο στόχος της θεραπείας για τη ΧΑΚ είναι η πλήρης εξάλειψη των συμπτωμάτων5,6. Για τους ασθενείς με ΧΑΚ που δεν πέτυχαν ικανοποιητικό έλεγχο των συμπτωμάτων τους με θεραπεία με Η1-αντιισταμινικά (ανταγωνιστές των Η1 υποδοχέων), η ομαλιζουμάμπη μπορεί να μειώσει ή να εξαλείψει τα συμπτώματα. Η ομαλιζουμάμπη είναι η πρώτη και η μοναδική εγκεκριμένη θεραπεία για τους ασθενείς με ΧΑΚ που δεν εμφανίζουν ικανοποιητική ανταπόκριση στα Η1-αντιισταμινικά.

«Η ΧΑΚ μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής. Η απρόβλεπτη φύση της, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ορισμένοι ιατροί την παραβλέπουν εσφαλμένα, θεωρώντας την μια ήσσονος σημασία πάθηση, έχει ως αποτέλεσμα οι ασθενείς να μη λαμβάνουν επαρκή θεραπεία με αποτελεσματικό και μακροπρόθεσμο έλεγχο των συμπτωμάτων», δήλωσε ο Vas Narasimhan, Global Head, Drug Development και Chief Medical Officer της Novartis. «Εάν για κάποιο λόγο έχει διακοπεί η θεραπεία, αυτά τα δεδομένα βεβαιώνουν τους ασθενείς και τους ιατρούς ότι είναι δυνατή η ανάκτηση του αποτελεσματικό ελέγχου των συμπτωμάτων με την ομαλιζουμάμπη.»

Στη μελέτη OPTIMA, 314 συμμετέχοντες με συμπτώματα ΧΑΚ παρά τη λήψη H1-αντιισταμινικών τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία για 24 εβδομάδες με ομαλιζουμάμπη 150mg ή 300mg. Για τα άτομα που ανταποκρίθηκαν ικανοποιητικά σε αυτήν την αρχική θεραπεία (UAS7≤6) ακολούθησε μία περίοδος διακοπής της θεραπείας και κατόπιν, εφόσον τα συμπτώματα επανήλθαν (UAS7>16), έλαβαν επαναληπτική θεραπεία. Ο έλεγχος των συμπτωμάτων (UAS7≤6) επετεύχθη σε ποσοστό σχεδόν 90% των ασθενών που έλαβαν επαναθεραπεία, σε διάστημα τριών μηνών. Η ομαλιζουμάμπη ήταν καλά ανεκτή και στις δύο δόσεις και κατά τη διάρκεια και των δύο περιόδων χορήγησης.

Περαιτέρω δεδομένα από τη μελέτη OPTIMA κατέδειξαν ότι, μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας, το 65% των ασθενών που έλαβαν μηνιαία θεραπεία με 300mg ομαλιζουμάμπη πέτυχαν ικανοποιητικό έλεγχο (UAS7≤6), σε σύγκριση με το 15% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ομαλιζουμάμπη 150mg2. Στο διάστημα μεταξύ 8 και 24 εβδομάδων θεραπείας, ποσοστό 79% των ασθενών που ξεκίνησαν με ομαλιζουμάμπη 150mg δεν πέτυχαν ικανοποιητικό έλεγχο (UAS7>6) και η δόση τους αυξήθηκε στα 300 mg1. Μετά από 3 επιπρόσθετες δόσεις (300mg), το 45% αυτών των ασθενών πέτυχε έλεγχο των συμπτωμάτων, υποδηλώνοντας τη σημασία αύξησης της δόσης σε ορισμένους ασθενείς.

    Στην κορυφή