Μετά το έμφραγμα


Αναμφισβήτητα, ένα έμφραγμα είναι ένα δύσκολο γεγονός, τόσο για τον ασθενή όσο και για το οικογενειακό του περιβάλλον. Πάντα υπάρχει ο φόβος ότι, αν δεν προσέξει κανείς, μπορεί να έρθει ένα δεύτερο, ενδεχομένως μοιραίο επεισόδιο. Γι' αυτό, κατά την έξοδο από το νοσοκομείο, ο ασθενής συνήθως κάνει μια εκτεταμένη συζήτηση με τον θεράποντα ιατρό και λαμβάνει σαφείς οδηγίες για τη σταδιακή αποκατάστασή του και τη φυσιολογική επάνοδό του στη συνηθισμένη του καθημερινότητα. Επιπλέον, ο ασθενής παρακολουθείται κατά τακτά χρονικά διαστήματα για να μπορέσει να έχει, όσο το δυνατόν, μια πιο πλήρη δραστηριότητα, παρόμοια με εκείνη που είχε πριν από το έμφραγμα.

Τα περισσότερα άτομα, έπειτα από ένα οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, μπορούν να έχουν μια φυσιολογική ζωή και να είναι παραγωγικά για πάρα πολλά χρόνια μετά. Βέβαια, έπειτα από ένα έμφραγμα μπορεί να επέλθουν κάποιες αλλαγές. Πάντως, οι πιο πολλοί είναι ικανοί να επιστρέψουν στην εργασία τους κανονικά δύο εβδομάδες έως τρεις μήνες μετά το έμφραγμα. Αυτό, φυσικά, πρέπει να γίνεται πάντα σε συνεννόηση με το γιατρό, ο οποίος θα καθορίσει αν η συγκεκριμένη δουλειά είναι κατάλληλη για έναν ασθενή ο οποίος έχει περάσει έμφραγμα.

Οι περισσότερα ασθενείς, λίγες εβδομάδες μετά από ένα χωρίς επιπλοκές έμφραγμα είναι ικανοί να έχουν πλήρη σεξουαλική δραστηριότητα, αρκεί να το θέλουν και να είναι ικανοί για μια μέτρια σωματική δραστηριότητα. Εντούτοις, φαίνεται ότι μετά το έμφραγμα οι ασθενείς έχουν την τάση να είναι λιγότερο σεξουαλικά ενεργοί. Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται σε δύο λόγους: από τη μία υπάρχει ο φόβος ότι μπορεί με το σεξ να προκληθεί ένα νέο ισχαιμικό επεισόδιο και, από την άλλη, υπάρχει μια δυσκολία τόσο από την πλευρά των γιατρών όσο και από την πλευρά των ασθενών να συζητήσουν το συγκεκριμένο θέμα. Μάλιστα, σε μια πρόσφατη μελέτη διαπιστώθηκε ότι μόνο το 40% των ανδρών και το 20% των γυναικών συζητούν με το γιατρό τους για τη δυνατότητα σεξουαλικής δραστηριότητας στον επόμενο χρόνο μετά το έμφραγμα.

Η σεξουαλική δραστηριότητα μετά την ανάρρωση από ένα έμφραγμα είναι σχετικά ασφαλής και ο κίνδυνος είναι σχεδόν αμελητέος. Η πιθανότητα το σεξ να προκαλέσει έμφραγμα σε έναν υγιή άνθρωπο είναι περίπου 2 στο εκατομμύριο. Οταν ένα άτομο πάσχει από στεφανιαία νόσο, ο κίνδυνος γίνεται περίπου ένα στις πενήντα χιλιάδες. Οπως φαίνεται, αν και ο κίνδυνος στα άτομα με στεφανιαία νόσο αυξάνεται, εξακολουθεί να παραμένει πολύ μικρός. Μάλιστα, στα άτομα που ασκούνται συστηματικά μετά το έμφραγμα, ο κίνδυνος είναι παρόμοιος με ένα υγιές άτομο που δεν έχει στο ιστορικό του στεφανιαία νόσο.

Η έλλειψη σεξουαλικής δραστηριότητας μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη και να επιβαρύνει ψυχολογικά ένα άτομο έπειτα από έμφραγμα, ανεξάρτητα από το φύλο ή την ηλικία. Τα πράγματα μπορεί να χειροτερέψουν αν προστεθεί ο φόβος ενός νέου επεισοδίου και η απώλεια της σεξουαλικής επιθυμίας ή ικανοποίησης λόγω των φαρμάκων. Το σεξ είναι σημαντικό κομμάτι της ζωής ενός ανθρώπου. Γι' αυτό η αναζήτηση συμβουλής είναι απαραίτητη. Ακόμη και αν ο γιατρός ξεχάσει να το αναφέρει, πρέπει οπωσδήποτε ο ασθενής να το συζητήσει.


Χριστόδουλος Ι. Στεφανάδης
Καθηγητής Καρδιολογίας
Πρόεδρος Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

    Στην κορυφή