COVID-19 : Διάλογος μεταξύ ασθενούς με ρευματολογικό νόσημα και ρευματολόγου


Έχω διαγνωσθεί με ρευματολογικό νόσημα. Έχω αυξημένο κίνδυνο να νοσήσω από κορωνοϊό ( COVID-19);
Τα άτομα με αυτοάνοσο νόσημα (ρευματολογική νόσο) μπορεί να διατρέχουν ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν λοιμώξεις ή οι λοιμώξεις τους ναι είναι πιο σοβαρές. Αυτό οφείλεται και στην ίδια τη ρευματολογική ασθένεια και στα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αυτών των ασθενειών.

Γιατί η ασθένεια μου με καθιστά πιο ευαίσθητο σε λοιμώξεις;
Για να γίνει κατανοητό θα απαντήσουμε αυτή την ερώτηση απλά και ίσως απλουστευτικά. Στα αυτοάνοσα νοσήματα το ανοσοποιητικό μας σύστημα (δηλαδή η άμυνα μας) αντί να κάνει μόνο τη δουλειά για την οποία είναι φτιαγμένο (δηλαδή να μας προστατεύει από μικρόβια) επιτίθεται στον εαυτό μας. Θα θεωρήσουμε ότι το ανοσοποιητικό μας σύστημα καταναλώνει πολύ ενέργεια για να προκαλέσει το νόσημα μας και δεν έχει αρκετή ενέργεια για να μας προστατεύσει πλήρως από μικρόβια, βακτήρια, ιούς.

Ποιες ρευματολογικές παθήσεις με καθιστούν ευαίσθητο σε λοιμώξεις;

Η ευπάθεια σε λοιμώξεις μπορεί να αφορά άτομα με κάθε ρευματολογική πάθηση.

Γιατί τα φάρμακα για την πάθηση μου αυξάνουν την ευαισθησία σε λοιμώξεις;

Τα φάρμακα για ρευματολογικά νοσήματα βάζουν κάποιο φρένο στο «υπερδραστήριο» ανοσοποιητικό σύστημα μας. Αυτό το φρένο κάποιες φορές μπορεί να επιβραδύνει το ανοσοποιητικό μας σύστημα λίγο παραπάνω και έτσι η απάντηση του οργανισμού μας σε μία λοίμωξη να είναι νωθρή.

Όλα τα φάρμακα με καθιστούν το ίδιο ευαίσθητο;
Δε φαίνεται να προκαλούν όλα τα ρευματολογικά φάρμακα το ίδιο φρενάρισμα (ανοσοκαταστολή) στο ανοσοποιητικό μας σύστημα.
Για παράδειγμα το φάρμακο hydroxychloroquine ( πχ Plaquenil) μάλλον προκαλεί ελάχιστη η και καθόλου ανοσοκαταστολή. Άλλωστε χρησιμοποιείται ως αντιβιοτικό για την ελονοσία. Κάποιες πρώτες μελέτες μάλιστα στο εργαστήριο δείχνουν ότι μπορεί να αναστέλλει τη δράση του κορωνοϊού.
Η μεθοτρεξάτη, η λεφλουνομιδη, η σουλφασαλαζίνη), μικρές δόσεις κορτιζόνης (μεχρι 7.5 mg) ίσως προκαλούν μια μικρή ανοσοκαταστολή.
Η ανοσοκαταστολή αυτή με βάση τις γνώσεις που έχουμε, δε φαίνεται να είναι επικίνδυνη. Για παράδειγμα: ο εμβολιασμός για γρίππη και πνευμονία σε ασθενείς που λαμβάνουν τέτοιες θεραπείες είναι ικανός να δημιουργήσει επαρκή αντισώματα παρά τη μικρή πιθανή ανοσοκαταστολή από τέτοια φάρμακα. Δηλαδή το ανοσοποιητικό μας σύστημα φαίνεται να αντιδρά αρκετά καλά ενώ λαμβάνουμε αυτές τις θεραπείες. Τις περισσότερες φορές δεν τα διακόπτουμε σε περίπτωση λοίμωξης.
Οι βιολογικοί παράγοντες όμως, όπως επίσης και άλλα φάρμακα πχ το tofacitinib και το mycophenolate mofetil ή οι μεγάλες δόσεις κορτιζόνης ( >15 mg) μπορεί να προκαλούν μια παραπάνω ανοσοκαταστολή. Γι αυτό άλλωστε πάντα συμβουλεύουμε τους ασθενείς να τα διακοψουν για 1 -2 βδομαδες σε περίπτωση λοίμωξης.

Άκουσα ότι κάποια ρευματολογικά φάρμακα ίσως είναι θεραπευτικά σε περίπτωση λοίμωξης με τον κορωνοϊό. Γιατί;
Είναι πιθανόν ότι σε ασθενείς με βαρεία λοίμωξη αυτό που φταίει περισσότερο δεν είναι ο ίδιος ο ιός αλλά η έντονη υπερδιέγερση που προκαλεί στο ανοσοποιητικό σύστημα. Υπ’ αυτήν την έννοια ίσως κάποια φάρμακα ρευματολογικά να αποδειχτούν χρήσιμα στη θεραπεία μερικών σοβαρών περιπτώσεων με κορωνοϊό.

Πρέπει να σταματήσω τα φάρμακα μου αν ΔΕΝ εχω τη λοίμωξη;

Αυτό που έχει την πιο κρίσιμη σημασία είναι να λάβετε τα μέτρα που χρειάζονται για να μην «κολλήσετε». Μη σταματάτε τα φάρμακα σας αν αισθάνεσθε καλά. Ειδικά για την κορτιζόνη να θυμάστε ότι δεν πρέπει ποτέ να διακόπτεται απότομα όταν έχει ληφθεί για αρκετό διάστημα.
Ο κίνδυνος σταματώντας τα φάρμακα είναι ότι η νόσος σας μπορεί να κάνει κάποια έξαρση. Μία νόσος σε έξαρση σας καθιστά ίσως πιο ευαίσθητους σε λοιμώξεις. Επιπλέον, το αποτέλεσμα μιας έξαρσης θα είναι μια πιθανή αύξηση στη δόση της κορτιζόνης που θα οδηγήσει μάλλον σε παραπάνω ανοσοκαταστολή από το φάρμακο που διακόψατε.
Τέλος τα περισσότερα ρευματολογικά φάρμακα μένουν για αρκετό διάστημα στον οργανισμό μας και κάποια απ’ αυτά μπορεί να φύγουν τελείως από το σώμα μας μετά από εβδομάδες ή μήνες.
Καθημερινά μαθαίνουμε περισσότερα για τον κορωνοϊό. Προς το παρόν απλά λάβετε τα μέτρα που ακούτε στην τηλεόραση. Κυρίως μείνετε σπίτι.

Πρέπει να σταματήσω τα φάρμακα μου αν έχω τη λοίμωξη με κορωνοϊό;
Αν έχετε τη λοίμωξη με κορωνοϊό ή συμπτώματα ύποπτα για λοίμωξη με κορωνοϊό, ή όποια άλλη λοίμωξη πρέπει να επικοινωνήσετε με το γιατρό σας για συγκεκριμένες πληροφορίες ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων σας. Αν έχετε δύσπνοια μάλλον πρέπει να νοσηλευτείτε. Ακολουθήστε τις οδηγίες που θα ακολουθούσε κάποιος που δεν έχει ρευματολογικό νόσημα.

Τι ισχύει με τα αντιφλεγμονώδη;
Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη ειναι καλύτερα να αποφεύγονται για τα θεραπεία των συμπτωμάτων COVID-19 μέχρι να μάθουμε περισσότερα. Δηλαδή αν προσβληθείτε με κορωνοϊό και έχετε πυρετό ή πονόλαιμο μην πάρετε φάρμακα όπως το iburpofen, naprosyn, voltaren, indomethacin, mesulid κλπ. Προτιμήστε απλα αναλγητικά όπως η παρακεταμόλή πχ panadol, depon, lonarid. Η πιθανή θεωρία είναι ότι τα αντιφλεγμονώδη μπορεί να επιτρέπουν στον ιό -αφού αποκτηθεί- να προκαλέσει πιο σοβαρά συμπτώματα. Αυτό όμως δεν έχει αποδειχθεί και παραμένει μια υπόθεση. Το σπουδαιότερο όλων παραμένει να μην "κολλήσετε".

Αν παίρνω ήδη αντιφλεγμονώδη για το ρευματολογικό μου νόσημα πρέπει να τα κόψω;
Η γενική απάντηση είναι όχι αν δεν έχετε συμπτώματα COVID-19. Εντούτοις είναι πρέπον να ζητήσετε τη γνώμη του θεράποντος ρευματολόγου σας
Αν έχετε συμπτώματα COVID-19 επικοινωνήστε με το γιατρό σας.

Πώς μπορώ να προστατεύσω τον εαυτό μου από το COVID-19;
• Μείνετε σπίτι.
• Μην αγγίζετε το πρόσωπο σας.
• Πλένετε συχνά τα χέρια σας. Κάντε το για τουλάχιστον 30 δευτερόλεπτα.
• Καθαρίστε και απολυμάνετε τις επιφάνειες και τα αντικείμενα που αγγίζετε συχνά (πχ το κινητό σας, το γραφείο σας).
• Γενικά ακολουθείστε τις οδηγίες που πρέπει να ακολουθεί ο οποιοσδήποτε ασχέτως του αν πάσχει από ρευματολογικό νόσημα.
Για συνεχή ενημέρωση μπορείτε να επισκέπτεσθε www.dpappas.gr

*Οι παραπάνω πληροφορίες βασίζονται στη διαθέσιμη γνώση για τον κορωνοϊό (COVID-19) μεχρι και τις 18/3/2020. Δεν υποκαθιστούν την ιατρική συμβουλή από τον θεράποντα ρευματολόγο και είναι πιθανόν να μην ισχύουν για κάθε ασθενή.


Δημήτριος Α. Παππας MD MPH
Διευθυντής Ρευματολογικού Τμήματος – Ιατρικό Κέντρο Αθηνών
Επίκουρος Καθηγητής Ιατρικής – Columbia University
www.dpappas.gr

Διαβάστε περισσότερα άρθρα...






    Στην κορυφή