Τι εννοούμε με τον όρο προσωδία;


Η προσωδία είναι από τους πιο σημαντικούς παράγοντες για την κατανόηση της γλώσσας. Λέγοντας προσωδία εννοούμε τον τονισμό, το ύφος, τη μελωδία, το ρυθμό μιας πρότασης, μιας σειράς προτάσεων.

Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την προσωδία για να αλλάξουμε με ποικίλους τρόπους το νόημα της πρότασης, ακόμα κι αν οι λέξεις και η σύνταξη τους παραμείνει το ίδιο.

Η πρόταση ας πούμε «Αγαπώ το σχολείο» μπορεί να ερμηνευθεί με διαφορετικούς τρόπους αν αλλάξουμε την προσωδία.
Μπορεί να ειπωθεί απλά σαν αλήθεια: «Αγαπώ το σχολείο». Μπορεί να ειπωθεί σαρκαστικά: « Αγαπώ το σχολείο…». Μπορεί να ειπωθεί σαν ερώτηση «Αγαπώ το σχολείο;». Μπορεί να ειπωθεί με ενθουσιασμό «Αγαπώ το σχολείο!»

Η προσωδία είναι ίσως το πρώτο «γλωσσικό σύστημα» που τα παιδιά μαθαίνουν. Για παράδειγμα το παιδί μαθαίνει πρώτα την έννοια της ερώτησης με βάση την προσωδία της. Και αυτή είναι, η προσωδία, ο πανίσχυρος καθοδηγητής, καθώς το παιδί μαθαίνει τα άλλα μέρη του λόγου: λεξιλόγιο, γραμματική, σύνταξη, πραγματολογία.

Είναι μέρος της πραγματολογίας του λόγου κατά ένα τρόπο δηλαδή, του «πού» και «πώς» κάποιος πραγματεύεται τον λόγο.

Από την προσωδία τα παιδιά συχνά αναγνωρίζουν αυτά που λέμε αν είναι χάδι, μάλωμα, φόβος, ερώτηση, δίνουν προσοχή και σιγά - σιγά μαθαίνουν τους κανόνες της πρότασης και το λεξιλόγιο της.

Οι γονείς πρέπει να υπερβάλουν προσωδιακά μιλώντας στα παιδιά τους, έτσι ώστε να τα εντυπωσιάζουν και να κινούν το ενδιαφέρον τους στα λεγόμενα τους, ώστε να μαθαίνουν πιο εύκολα και να θυμούνται καλύτερα.

Η ρυθμική, η μελωδική, με ανεβοκατεβάσματα στη συχνότητα και στην ένταση, με παρατάσεις σε κάποιες συλλαβές, με παύσεις μέσα στη φράση, με άρθρωση καθαρή βοηθά στο να κρατήσουμε την προσοχή και να μεταφέρουμε το μήνυμα που θέλουμε πιο αποτελεσματικά.

Η υπερβολή στα παραπάνω ωστόσο, μπορεί να πάρει τη σημασία από το μήνυμα αυτό καθ’ αυτό και να δώσει έμφαση στον τρόπο,
στη θεατρικότητα, γεγονός που παρεμποδίζει την επικοινωνία.

Άρα χρειάζεται ισορροπία μεταξύ μηνύματος – μέσου.

Τα βρέφη τα ακούμε συχνά να «βερβερίζουν» με προσωδία ανάλογη της ομιλίας των μεγάλων και αυτό, προτού ακόμη πουν τις πρώτες τους λέξεις.
Οι γονείς όμως πρέπει να ξέρουν και να ακούνε τα παιδιά τους. Όταν οι γονείς ακούνε, τότε ξέρουν πού τα παιδιά τους δυσκολεύονται, τί δεν γνωρίζουν επαρκώς, τί έχουν ανάγκη να μάθουν.
Όταν ακούμε ενεργητικά, κοιτάμε τον συνομιλητή μας, έχουμε βλεμματική επαφή μαζί του, του κάνουμε ερωτήσεις σχετικές μ’ αυτά που λέει. Το ενδιαφέρον μας φαίνεται από τη γλώσσα του σώματος που χρησιμοποιούμε αλλά και από την προσωδία που έχουμε στο διάλογο μας.
Όταν το παιδί μας, μάς βλέπει να ακούμε προσεκτικά αυτό το ίδιο όταν μάς μιλά, αλλά και τους άλλους γύρω μας όταν συζητάμε, τότε και
το παιδί μας μαθαίνει να ακούει σωστά και με προσοχή, κι έτσι, η μαθησιακή διαδικασία διευκολύνεται.

Είναι καλύτερα ο γονιός να πει στο παιδί του δεν έχω χρόνο τώρα να σ’ ακούσω ή να σου μιλήσω παρά να του μιλά και να το ακούει βαριεστημένα.

Η προσωδία λοιπόν, ενεργώντας ως κομμάτι της πραγματολογίας, την κάνουν δηλαδή της επικοινωνίας, είναι ιδιαίτερα σημαντική τόσο στην εκφορά όσο και στην αντίληψη του λόγου.

Μαρία Ρουσοχατζάκη
Λογοπαθολόγος M.S., C.C.C. - Συγγραφέας παιδικών βιβλίων
www.mrous.gr


    Στην κορυφή